βότκα


βότκα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

vodkë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η βότκα οι βότκες
γενική της βότκας
αιτιατική τη βότκα τις βότκες
κλητική βότκα βότκες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "βότκα," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%cf%8c%cf%84%ce%ba%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *