βύσμα


βύσμα

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

prizë
fishë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το βύσμα τα βύσματα
γενική του βύσματος των βυσμάτων
αιτιατική το βύσμα τα βύσματα
κλητική βύσμα βύσματα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "βύσμα":
βύσμα → wiktionary
βύσμα → wikipedia
βύσμα → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/βύσμα

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b2%cf%8d%cf%83%ce%bc%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"βύσμα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *