γάλα


γάλα

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

qumësht

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το γάλα τα γάλατα
γενική του γάλατος των γαλάτων
αιτιατική το γάλα τα γάλατα
κλητική γάλα γάλατα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "γάλα":
γάλα → wiktionary
γάλα → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/γάλα

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b3%ce%ac%ce%bb%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"γάλα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"γάλα"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *