γαιοκτήμονας


γαιοκτήμονας

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

pronar toke

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο γαιοκτήμονας οι γαιοκτήμονες
γενική του γαιοκτήμονα των γαιοκτημόνων
αιτιατική το γαιοκτήμονα τους γαιοκτήμονες
κλητική γαιοκτήμονα γαιοκτήμονες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "γαιοκτήμονας":
γαιοκτήμονας → wiktionary
γαιοκτήμονας → wikipedia
γαιοκτήμονας → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/γαιοκτήμονας

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b3%ce%b1%ce%b9%ce%bf%ce%ba%cf%84%ce%ae%ce%bc%ce%bf%ce%bd%ce%b1%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"γαιοκτήμονας," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"γαιοκτήμονας"

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *