γαιοσκώληκας


γαιοσκώληκας

(αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

gëlistër
krimb toke

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο γαιοσκώληκας / γεωσκώληκας οι γαιοσκώληκες / γεωσκώληκες
γενική του γαιοσκώληκα / γεωσκώληκα των γαιοσκωλήκων / γεωσκωλήκων
αιτιατική το γαιοσκώληκα / γεωσκώληκα τους γαιοσκώληκες / γεωσκώληκες
κλητική γαιοσκώληκα / γεωσκώληκα γαιοσκώληκες / γεωσκώληκες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "γαιοσκώληκας":
γαιοσκώληκας → wiktionary
γαιοσκώληκας → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/γαιοσκώληκας

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b3%ce%b1%ce%b9%ce%bf%cf%83%ce%ba%cf%8e%ce%bb%ce%b7%ce%ba%ce%b1%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"γαιοσκώληκας," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"γαιοσκώληκας"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *