γδάρσιμο


γδάρσιμο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

rrjepje
gërryerje

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το γδάρσιμο τα γδαρσίματα
γενική του γδαρσίματος των γδαρσιμάτων
αιτιατική το γδάρσιμο τα γδαρσίματα
κλητική γδάρσιμο γδαρσίματα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "γδάρσιμο":
γδάρσιμο → wiktionary
γδάρσιμο → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/γδάρσιμο

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b3%ce%b4%ce%ac%cf%81%cf%83%ce%b9%ce%bc%ce%bf
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"γδάρσιμο," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"γδάρσιμο"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *