διαγωνιζόμενος


διαγωνιζόμενος

konkurrent


Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "διαγωνιζόμενος":
διαγωνιζόμενος → wiktionary
διαγωνιζόμενος → wikipedia
διαγωνιζόμενος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/διαγωνιζόμενος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%bd%ce%b9%ce%b6%cf%8c%ce%bc%ce%b5%ce%bd%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"διαγωνιζόμενος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *