Ε

Posted on by
εάν
εαυτός
εβδομάδα
εβδομήντα
έβδομος
Εβραϊκό Πάσχα
Εβραϊκό Σάββατο
εβραϊκός
Εβραίος
εγγεγραμμένος

Εγγλέζα
Εγγλέζος
εγγονή
εγγόνι
εγγόνια
εγγονός
εγγραφή
έγγραφο
εγγράφομαι
εγγράφω
εγγύηση
εγγύτητα
εγγυώμαι
εγείρω
έγκαιρος
εγκαταλείπω
εγκαταστάσεις
έγκαυμα από τον ήλιο
εγκεφαλικό
εγκέφαλος
έγκλημα
εγκληματίας
εγκληματικός
εγκρίνω
έγκριση
εγκυκλοπαίδεια
εγκυμοσύνη
έγκυος
έγκυρος
εγχείρηση
εγχειρίδιο
εγχειρίζω
εγχείριση
εγχέω
έγχρωμη τηλεόραση
εγχώριος
εγώ
εγωιστής
εγωκεντρικός
έδαφος
έδρα εταιρείας
εδώ
εθελοντής
εθελοντικός
έθιμο
εθισμένος
Εθνικισμός
εθνικιστής
εθνικό πάρκο
εθνικοποιώ
εθνικός
εθνικός ύμνος
εθνικότητα
έθνος
ειδεμή
ειδεχθής
είδη μπακαλικής
ειδήσεις
ειδικά
ειδικά προσαρμοσμένος
ειδικεύομαι
ειδική διάβαση για πεζούς
ειδική προσφορά
ειδικός
ειδικότητα
ειδοποιώ
είδος
εικάζω
εικασία
εικόνα
εικονική πραγματικότητα
εικονικός
εικονογράφηση
είκοσι
εικοστός
ειλικρινά
ειλικρίνεια
ειλικρινής
είμαι
ειρήνη
ειρηνικός
ειρωνεία
ειρωνικός
εισάγω
εισαγωγή
εισβάλλω
εισβολέας
εισήγηση
εισηγούμαι
εισιτήριο
εισιτήριο διαρκείας
εισιτήριο λεωφορείου
εισιτήριο μετ’ επιστροφής
εισόδημα
εισοδήματα
είσοδος
εισπνευστήρας
εισπνέω
εισπράκτορας εισιτηρίων
εισπράκτορας λεωφορείου
είτε
εκ μέρους
εκατό
εκατομμύριο
εκατομμυριούχος
εκατοντάετηρίδα
εκατοστό
έκβαση
εκβιάζω
εκβιασμός
εκβιαστικός
εκδίκηση
έκδοση
εκδότης
εκδοχή
εκδρομή
εκεί
εκείνοι
εκείνος
εκεχειρία
έκζεμα
εκθαμβωτικός
έκθεση
εκκεντρικός
εκκενώνω
εκκίνηση
εκκινώ
έκκληση
εκκλησία
εκκωφαντικός
εκλέγω
εκλεκτής ράτσας
εκλογές
εκλογική έδρα
εκλογική περιφέρεια
εκλογικό σώμα
εκμεταλλεύομαι
εκμετάλλευση
εκμισθώνω
εκνευρισμένος
εκνευριστικός
Εκουαδόρ
εκουσίως
εκπαιδευόμενος
εκπαιδευόμενος οδηγός
εκπαίδευση
εκπαίδευση ενηλίκων
εκπαιδευτής
εκπαιδευτικό σεμινάριο
εκπαιδευτικός
εκπέμπω
εκπληκτικός
έκπληκτος
έκπληξη
εκπληρώνω
εκπλήρωση
εκπνέω
εκποιώ
εκπομπή
εκπρόσωπος
εκπρόσωπος τύπου
έκπτωση
εκρήγνυμαι
εκρηκτικό
έκρηξη
εκσκαφέας
έκσταση
εκστρατεία
εκσυγχρονίζω
εκσφενδονίζω
έκτακτος
έκταση
εκτέλεση
εκτελώ
εκτενής
εκτεταμένα
εκτεταμένος
εκτίμηση
εκτιμώ
έκτος
εκτός αν
εκτός εποχής
έκτοτε
εκτρέπω
έκτρωση
εκτυπώνω
εκτύπωση
εκτυπωτής
εκφοβίζω
εκφράζω
έκφραση
εκφωνητής ειδήσεων
εκχιονιστικό μηχάνημα
ελαιόλαδο
έλασμα
ελαστική ταινία
ελαστικό
ελαστικός
ελατήριο
έλατο
ελάττωμα
ελαττώνομαι
ελαττώνω
ελάττωση
ελάφι
ελαφρά
ελαφρύς
ελάχιστα
ελάχιστο
ελαχιστοποιώ
ελάχιστος
Ελβετία
ελβετικός
Ελβετός
ελεγκτής εισιτηρίων
ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας
έλεγχος
έλεγχος γεννήσεων
έλεγχος διαβατηρίων
ελέγχω
ελεύθερη κατάδυση
ελευθερία
ελεύθερο χτύπημα
ελεύθερος
ελεύθερος χρόνος
ελευθερώνω
ελέφαντας
ελεφαντόδοντο
ελιά
ελικόπτερο
έλκηθρο
έλκος
ελκυστικός
Ελλάδα
έλλειμμα
έλλειψη
Έλληνας
Ελληνικά
ελληνικός
ελλιπής
έλλογος
έλξη
ελονοσία
έλος
ελπίδα
ελπίζω
εμβέλεια
εμβολιάζω
εμβολιασμός
έμβρυο
εμείς
εμμένω
έμμεσος
εμμηνόπαυση
εμμηνόρροια
έμμονη ιδέα
εμπειρία
εμπειρογνώμονας
έμπειρος
έμπειρος από τη ζωή
εμπιστεύομαι
εμπιστευτικός
εμπιστευτικότητα
εμπιστοσύνη
εμπλέκω
εμποδίζω
εμποδίζω την είσοδο
εμπόδιο
εμπορική επωνυμία
εμπορική τράπεζα
εμπορικό κέντρο
εμπορικό σήμα
εμπόριο
έμπορος λιανικής πώλησης
έμπορος ναρκωτικών
εμπρησμός
εμπρός
εμφανίζομαι
εμφάνιση
εμφανίσιμος
εμφύλιος πόλεμος
εν κατακλείδι
εν μέρει
εν πάση περιπτώσει
εν συντομία
εν τω μεταξύ
ένα
εναέριος χώρος
εναλλακτικά
εναλλακτική λύση
εναλλακτικός
εναλλασσόμενος
εναντίον
εναντίωση
εναρκτήριο λάκτισμα
έναρξη
ένας
ενασχόληση
ένατος
ενδεδειγμένος
ενδείκτης
ενδεικτική λυχνία
ένδειξη
ενδεχόμενος
ενδεχομένως
ενδιάμεσος
ενδιάμεσος σταθμός
ενδιαφερόμενος
ενδιαφέρον
ενδιαφέρω
ενδιαφέρων
ενδοδίκτυο
ενδόμυχος
ένδοξος
ενδυμασία
ενέδρα
ενενήντα
ενέργεια
ενεργητικός
ενεργώ
ένεση
ενεχυροδανειστής
ενήλικος
ενήλικος σπουδαστής
ενήμερος
ενημερωμένος
ενημερώνω
ενημέρωση
ενθάρρυνση
ενθαρρυντικός
ενθαρρύνω
ενθουσιασμένος
ενθουσιασμός
ενθουσιώδης
ενθύμιο
ενιαίος
ενικός
ενίοτε
ενισχυτής
ενισχύω
εννέα
εννοώ
ενοικίαση
ενοικίαση αυτοκινήτου
ενοικίαση οχήματος
ενοίκιο
ένοικος
ένοπλη ληστεία
ένοπλος
ενορία
ενότητα
ενοχή
ενοχλητικός
ενοχλούμαι
ενοχλώ
ένοχος
ένσταση
ένστικτο
ενσυνείδητος
εντάξει
ένταση
εντατικός
έντεκα
εντέκατος
εντελώς
έντερο
εντιμότητα
εντοιχισμένη κουζίνα
εντολή
έντομο
έντονα
έντονος
εντοπίζω
εντός
έντυπο
εντύπωση
εντυπωσιάζω
εντυπωσιακός
εντυπωσιασμένος
ενυδατική κρέμα
ενυδρείο
ενώ
ενώνω
ένωση
ενωτικό σημείο
εξ
εξαγορά
εξάγω
εξαγωγή
εξαερισμός
εξαίρεση
εξαιρετικός
εξαιρουμένου
εξαίσιος
εξαίτιας
εξακοντίζω
εξαλείφω
έξαλλος
εξάλλου
εξάμηνο
εξαναγκάζω
εξάνθημα
εξαντλημένος
εξαντλώ
εξαπατώ
εξαπλώνομαι
εξάρτημα
εξαρτώμαι
εξαρτώμενος
εξασθενημένος
εξάσκηση
εξασκούμαι
εξασφαλισμένος
εξάτμιση
εξαφανίζομαι
εξαφάνιση
εξαφανισμένος
εξεγείρομαι
εξέγερση
εξεζητημένος
εξέλιξη
εξερευνητής
εξερευνητική αποστολή
εξερευνώ
εξετάζω
εξέταση
εξέταση αίματος
εξέταση για δίπλωμα οδήγησης
εξεταστής
εξέχω
εξέχων
εξήγηση
εξηγώ
εξημερωμένος
εξήντα
έξι
εξισώνω
εξίσωση
έξοδα
έξοδος
έξοδος κινδύνου
εξοικονομώ
εξοπλισμένος
εξοπλισμός
εξοπλισμός ψαρέματος
εξοργισμένος
εξορία
εξόρυξη
εξουσιοδοτώ
εξοχικό σπίτι
έξοχος
εξτρεμισμός
εξτρεμιστής
εξυπηρετικός
εξυπηρετώ
έξυπνος
έξω
εξωτερικά
εξωτερική συνεργασία
εξωτερικό
εξωτερικός
εξωτικός
εορτασμός
επάγγελμα
επαγγελματίας
επαγγελματικά
επαγγελματικό ταξίδι
επαγγελματικός
έπαθλο
επαινώ
επαίσχυντος
επαίτης
επαλείφω
επάλειψη
επαναλαμβανόμενος
επαναλαμβάνω
επαναληπτικός
επανάληψη
επανάσταση
επαναστατικός
επανατοποθετώ
επαναφέρω
επαναφορτίζω
επανειλημμένως
επανένωση
επανεξετάζω
επανορθώνω
έπαυλη
επαφή
επείγουσα ανάγκη
επείγων
επειδή
επεισόδιο
επένδυση
επενδυτής
επενδύω
επεξεργάζομαι
επέτειος
επέτειος γάμου
επηρεάζω
επί
επί μακρόν
επί του παρόντος
επιβάλλω ποινή
επιβάρυνση
επιβάτης
επιβεβαιώνω
επιβεβαίωση
επιβιώνω
επιβίωση
επιβλαβής
επιβλητικός
επιβραδύνω
επιγονατίδα
επιγραφή
επιδεικνύω
επιδεινώνω
επίδειξη
επιδένω
επιδέξιος
επιδεξιότητα
επιδερμίδα
επίδεσμος
επίδημία
επιδιορθώνω
επιδιώκω
επίδομα ανεργίας
επίδομα ασθενείας
επιδόρπιο
επιδότηση
επιδοτώ
επίδραση
επιδρομή
επιζών
επίθεση
επιθετικός
επίθετο
επιθεωρητής
επιθεωρώ
επίκαιρος
επικαιρότητα
επικερδής
επικεφαλής
επικίνδυνος
επικλινής
επικοινωνία
επικοινωνώ
επικολλώ
επικράτεια
επικρίνω
επιλεγμένος
επιλέγω
επιληπτική κρίση
επιληπτικός
επιλογή
επιμελητής
επιμελητής έκδοσης
επιμένω
επιμήκης
επίμονος
επιμορφωτικό σεμινάριο
επινοώ
επίπεδη επιφάνεια
επίπεδο
επίπεδος
έπιπλα
επιπλέον
επιπλέον αποσκευές
επιπλέω
επιπλωμένος
επίρρημα
επιρροή
επίσημη αργία
επίσημο δείπνο
επίσημος
επίσης
επισκέπτης
επισκέπτομαι
επισκευάζω
επισκευή
επίσκεψη
επίσκοπος
επισπεύδω
επιστάτης
επιστήμη
επιστήμη υπολογιστών
επιστήμονας
επιστημονική φαντασία
επιστημονικό εργαστήριο
επιστημονικός
επιστολή
επιστολογράφος
επιστολόχαρτο
επιστρέφω
επιστρέφω κλήση
επιστρέφω χρήματα
επιστροφή
επιστροφή φόρου
επιστροφή χρημάτων
επιταγή
επιτάχυνση
επιταχύνω
επιτέλους
επίτευγμα
επίτηδες
επιτήρηση
επιτηρητής
επιτίθεμαι
επιτόκιο
επιτραπέζιο παιχνίδι
επιτραπέζιος οίνος
επιτρεπόμενο βάρος αποσκευών
επιτρέπω
επιτρέπω την είσοδο
επιτροπή
επιτυγχάνω
επιτυχία
επιτυχώς
επιφάνεια
επιφανειακός
επιχείρημα
επιχειρηματίας
επιχειρηματολογώ
επιχείρηση
επιχειρώ
επιχορήγηση
επίχρυσος
εποικοδομητικός
επόμενος
εποπτεία
εποπτέυω
επόπτης
επουσιώδης
εποχή
εποχιακός
επτά
ερασιτέχνης
εραστής
εργάζομαι
εργαζόμενος
εργαλείο
εργασία
εργασιακός χώρος
εργάσιμη ημέρα
εργαστήρι
εργαστήριο
εργαστήριο ξένων γλωσσών
εργατικό δυναμικό
εργένης
έργο
έργο τέχνης
εργοδότης
εργολάβος κηδειών
εργοστασιακή μονάδα
εργοστάσιο
εργοτάξιο
ερείπιο
έρευνα
έρευνα αγοράς
ερευνώ
ερημονήσι
έρημος
ερμηνεύω
ερπετό
έρπω
ερυθρά
Ερυθρά Θάλασσα
Ερυθραία
Ερυθρός Σταυρός
έρχομαι
ερχόμενος
ερχομός
ερωδιός
ερωμένη
ερωτεύομαι
ερωτηματικό
ερωτηματολόγιο
ερώτηση
ερωτικός
Εσθονία
εσθονικά
εσθονικός
εσκεμμένος
έσοδο
Εσταυρωμένος
εστία
εστιάζω
εστιατόριο
έστω
εσύ
εσφαλμένα
εσφαλμένος
έσχατος
εσώρουχο
εσωτερική γραμμή
εσωτερικό
εσωτερικός
εσώτερος
εταιρεία
εταιρικό αυτοκίνητο
ετεροθαλής αδελφός
ετεροθαλής αδερφή
ετεροφυλόφιλος
ετήσιος
ετησίως
ετικέτα
ετοιμάζω
έτοιμος
έτος
έτσι κι έτσι
ετυμηγορία
Ευαγγέλιο
ευαίσθητος
ευάλωτος
ευανάγνωστος
ευγένεια
ευγενικά
ευγενικός
εύγευστος
ευγνώμων
ευδαιμονία
ευδιάθετος
ευέλικτο ωράριο
ευημερία
εύθραυστος
ευθύνη
ευθύς
ευκαιρία
εύκαμπτος
ευκατάστατος
εύκολα
εύκολος
εύλογα
εύλογος
ευλογώ
ευμεγέθης
ευμετάβλητος
εύνοια
ευπαθής
εύπορος
ευρεία ζώνη
ευρετήριο
ευρισκόμενος
ευρώ
Ευρωπαϊκή Ένωση
ευρωπαϊκός
Ευρωπαίος
Ευρώπη
ευστροφία
ευσυνείδητος
ευτυχία
ευτυχισμένος
ευτυχώς
ευυπόληπτος
εύφλεκτος
ευφραδής
ευφυής
ευφυΐα
ευχαρίστηση
ευχάριστος
ευχαριστώ
ευχετήρια κάρτα
ευχή
εύχομαι
εύχρηστος
εφαρμογή
εφεδρικό αρχείο
εφεδρικό εισιτήριο
εφεδρικός
εφεύρεση
εφευρέτης
εφευρετικός
εφευρίσκω
εφηβεία
εφηβική ηλικία
έφηβος
εφημερίδα
εφημέριος
εφιάλτης
εφίδρωση
εφικτός
εφόδια
εφοδιάζω
εφόσον
εχθρικός
εχθρός
έχω
έως
έως ότου

 

 


Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "Ε":
Ε → wiktionary
Ε → wikipedia
Ε → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/Ε

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%b5
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"Ε," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017
"Ε"