Κ

Posted on by
κ.λ.π.
καβαλάω
καβγαδίζω
καβγάς
καβούρι
κάγκελα
καγκουρό
κάδος
κάδος για ανακύκλωση μπουκαλιών
Καζακστάν

καζίνο
καθαρίζω
καθαρισμός
καθαριστήριο
καθαριστής
καθαριστικό
καθαρίστρια
καθαρός
καθαρτικό
κάθε
καθεδρικός ναός
καθένας
καθεστώς
καθετί
κάθετος
καθηγητής
καθήκον
καθημερινά
καθημερινός
καθησυχάζω
καθησυχαστικός
καθιερωμένος
κάθισμα
καθιστικό
καθοδηγώ
καθολικός
καθόλου
κάθομαι
κάθομαι ανακούρκουδα
καθορίζω
καθρέφτης
καθρέφτης αυτοκινήτου
καθυστερημένος
καθυστέρηση
καθυστερώ
καθώς
και
καίγομαι
καινοτομία
καινοτομικός
καινούργιος
καιρός
καίω
κακάο
κακεντρεχής
κακόβουλος
κακόγουστος
κακοήθης
κακόκεφος
κακομαθαίνω
κακομαθημένος
κακομεταχειρίζομαι
κακοπληρωμένος
κακοποίηση
κακοποιός
κακοποιώ
κακός
κακότροπος
κακοτυχία
κάκτος
καλάθι
καλάθι αχρήστων
καλαμάκι
καλαμάρι
καλάμι
καλάμι ψαρέματος
καλαμιά
καλαμπόκι
καλεσμένος
καλημέρα
καληνύχτα
καλησπέρα
καλλιεργώ
καλλιτέχνης
καλλιτεχνικός
καλλυντικά
καλντερίμι
καλόγερος
καλόγουστος
καλοκάγαθος
καλοκαίρι
καλοκαιρινές διακοπές
καλόκαρδος
καλοπληρωμένος
καλοριφέρ
καλός
κάλος
καλοσύνη
καλούπι
καλπάζω
καλπασμός
κάλτσα
καλύβα
κάλυμμα
κάλυμμα κρεβατιού
καλύπτω
καλύτερα
καλύτερο σημείο
καλύτερος
καλώ
καλώδια μπαταρίας
καλωδιακή τηλεόραση
καλώδιο
καλώδιο επέκτασης
καλώς
καλωσορίζω
καλωσορίσατε
καλωσόρισμα
καμαριέρα
καμβάς
κάμερα
κάμερα-μαν
Καμερούν
καμήλα
καμηλοπάρδαλη
καμινάδα
καμπάνα
καμπαναριό
καμπή
κάμπια
καμπίνα
κάμπινγκ
κάμποσος
Καμπότζη
καμποτζιανός
κάμπτω
κάναβη
Καναδάς
καναδικός
Καναδός
κανάλι
κανάλι συνομιλίας
καναπές
καναπές κρεβάτι
καναρίνι
Κανάριοι Νήσοι
κανάτα
κανείς
κανέλα
κανένας
κανίς
κανό
κανόνας
κανονίζω
κανονικά
καντίνα
κάνω
κάνω άνω κάτω
κάνω γκάφα
κάνω δίαιτα
κάνω διάρρηξη
κάνω εμετό
κάνω επιδρομή
κάνω κλικ
κάνω κράτηση
κάνω λαθρεμπόριο
κάνω μπάνιο
κάνω ντεμπούτο
κάνω οικονομία
κάνω οτοστόπ
κάνω ποδήλατο
κάνω πρόβα
κάνω σκασιαρχείο
κάνω σκι
κάνω σπριντ
κάνω τζόγκινγκ
κάνω τηλεφώνημα
κάνω τσεκ άουτ
κάνω τσεκ ιν
κάνω φιλοφρόνηση
κάνω χωρίς
καουμπόης
καούρα
καπάκι
καπελάκι μπέιζμπολ
καπέλο
καπετάνιος
καπιταλισμός
καπνιά
καπνίζω
κάπνισμα
καπνιστή ρέγγα
καπνιστής
καπνιστός
καπνοπωλείο
καπνός
κάποιοι
κάποιος
κάποτε
κάπου
κάπως
καραβίδα
καραϊβικός
καραμέλα
καραντίνα
καραόκε
καράτε
καράτι
καράφα
κάρβουνο
κάρδαμο
καρδιά
καρδιακή προσβολή
καρέκλα
καρεκλάκι μωρού
κάρι
καριέρα
καρκίνος
καρμπιρατέρ
καρναβάλι
καρνέ
καρό
καρότο
καροτσάκι
καροτσάκι αποσκευών
καροτσάκι σουπερμάρκετ
καρουζέλ
καρούλι
καρπός
καρπούζι
καρτ ποστάλ
κάρτα
κάρτα επιβίβασης
κάρτα μέλους
κάρτα μνήμης
καρτοτηλέφωνο
καρύδα
καρύδι
καρύκευμα
καρφίτσα
καρχαρίας
κασέτα
κασετίνα
κασκαντέρ
κασκέτο
κασκόλ
κασμίρ
κάστανο
καστανό ρύζι
κάστορας
καστόρι
κάστρο
κάστρο από άμμο
κατά
κατά μεγάλο μέρος
κατά πόσον
κατά προσέγγιση
κατά προτίμηση
καταβρέχω
κάταγμα
καταγραφέας
καταγράφω
καταδικάζω
καταδίκη
καταδίωξη
κατάδυση
κατάθεση
καταθλιπτικός
κατάθλιψη
καταιγίδα
κατακόρυφος
κατακτώ
καταλαβαίνω
καταλαμβάνω
κατάληξη
κατάληψη
κατάλληλα
κατάλληλος
κατάλογος
κατάλογος κρασιών
καταλύτης
καταναλωτής
κατανόηση
κατανοητός
καταπίνω
καταπληκτικός
κατάπληκτος
καταπλήσσω
καταπονημένος
καταπονώ
κατάρα
κατάργηση
καταργώ
καταρράκτης
καταρρέω
κατάρτι
καταρτισμένος
κατασκευάζω
κατασκευαστής
κατασκευή
κατασκηνώνω
κατασκήνωση
κατασκηνωτής
κατασκοπεία
κατασκοπεύω
κατάσκοπος
κατάσταση
κατάσταση ονομάτων
κατάστημα
κατάστημα δώρων
κατάστημα με ηλεκτρονικά παιχνίδια
κατάστημα παπουτσιών
καταστηματάρχης
καταστρέφω
καταστροφή
καταστροφικός
κατάστρωμα
κατάσχω
καταφέρνω
καταφύγιο
καταφύγιο άγριας ζωής
κατάφωρος
καταχνιά
καταχνιασμένος
καταχώριση
καταχωρώ
κατάψυξη
κατεβαίνω
κατεδαφίζω
κατέρχομαι
κατευθείαν
κατεύθυνση
κατέχω
κατεψυγμένος
κατηγορία
κατηγορούμενος
κατηγορώ
κάτι
κατιφές
κατοικίδιο
κάτοικος
κατολίσθηση
κατόπιν
κατσαβίδι
κατσαδιάζω
κατσαρίδα
κατσαρόλα
κατσαρός
κατσίκα
κατσούφης
κατσουφιάζω
κάτω
Κάτω Χώρες
κατώτατος
κατώτερης ποιότητας
κατώτερος δικαστικός
κατώφλι
Καύκασος
καυσαέρια
καύσιμο
καυτός
καυχιέμαι
καφεΐνη
καφές
καφές ντεκαφεϊνέ
καφετέρια
καφετής
καφετιέρα
καχύποπτος
κάψιμο
κάψουλα
κείμενο
κέιτερινγκ
κεκεδίζω
κελάρι
κέλυφος
κεμπάπ
κενή θέση
κενό
κενός
κέντημα
κεντρί
κεντρίζω
Κεντρική Αμερική
κεντρική θέρμανση
κεντρικός
κεντρικός δρόμος
κέντρο
κέντρο αισθητικής
κέντρο αναψυχής
κέντρο επισκεπτών
κέντρο πόλης
Κεντροαφρικανική Δημοκρατία
κεντώ
Κένυα
Κενυάτης
κενυατικός
κεραία
κεραμίδι
κεραμική
κεραμικός
κεράσι
κέρασμα
κέρατο
κερδίζω
κέρδος
κερί
κέρσορας
κέτσαπ
κεφάλαιο
κεφαλαίος
κεφάλι
κεφαλίδα
κέφι
κέφια
κεφτές
κεχριμπάρι
κηδεία
κήλη
κηλίδα
κηλιδώνω
κήπος
κηπουρική
κηπουρός
κηροζίνη
κηροπήγιο
κήρυγμα
κιάλια
κίβι
κιβώτιο ταχυτήτων
κιγκλίδωμα
κιθάρα
κιλό
κιλότα
κιλτ
κιμάς
κιμωλία
Κίνα
κίνδυνος
κινεζικά
κινεζικός
Κινέζος
κίνημα
κινηματογραφικός αστέρας
κινηματογράφος
κίνηση
κινητήρας
κινητό
κινητό τηλέφωνο
κίνητρο
κινούμαι
κινούμενα σχέδια
κινώ
κιόσκι
Κιργιστάν
κίσσα
κισσός
κιτ
κίτρινος
κλαδί
κλαίω
κλαίω με λυγμούς
κλακέτες
κλαρί
κλαρινέτο
κλασικό
κλασικός
κλέβω
κλείδα
κλειδαράς
κλειδαριά
κλειδί
κλειδιά αυτοκινήτου
κλειδώνω
κλείνω
κλείνω έξω
κλείνω το μάτι
κλείνω το τηλέφωνο
κλείνω φερμουάρ
κλείσιμο
κλεισμένος
κλειστό φορτηγό
κλειστός
κλειστοφοβικός
κλέφτης
κλημεντίνη
κληρονομιά
κληρονομικός
κληρονόμος
κληρονομώ
κλήση
κλήση για παράνομη στάθμευση
κλικ
κλίμα
κλίμακα
κλιμακοστάσιο
κλιματιζόμενος
κλιματική αλλαγή
κλιματισμός
κλινάμαξα
κλινική
κλινοστρωμνή
κλίση
κλόουν
κλοπή
κλοπή σε κατάστημα
κλοπή ταυτότητας
κλοτσιά
κλοτσώ
κλουβί
κλωνοποιώ
κλώνος
κλωστή
κνησμώδης
κόβομαι
κόβω
κόβω σε κομμάτια
κόβω σε φέτες
κόβω σε φιλέτο
κοιλάδα
κοιλιά
κοιλιακός
κοιλίτσα
κοιλότητα
κοιμάμαι
κοιμισμένος
κοινή γνώμη
κοινή λογική
κοινό
κοινοβούλιο
κοινός λογαριασμός
κοινότητα
κοινωνία
κοινωνική ασφάλιση
κοινωνικός
κοινωνικός λειτουργός
κοινωνιολογία
κοιτάζω
κοιτάζω επίμονα
κοιτάζω λοξά
κοιτάζω τριγύρω
κοιτώνας
Κόκα Κόλα
κοκαΐνη
κοκκαλάκι για τα μαλλιά
κοκκινίζω
κοκκίνισμα
κόκκινο κρασί
κόκκινο κρέας
κόκκινο φραγκοστάφυλο
κοκκινολαίμης
κοκκινομάλλης
κοκκινομάλλικος
κόκκινος
κόκκος
κόκκος καφέ
κοκοράκι
κόκορας
κοκτέιλ
κολακευμένος
κολακευτικός
κολακεύω
κολάν
κολάρο
κόλαση
κολατσιό
κολέγιο
κόλεϊ
κόλιαντρος
κόλλα
κολλάω
κολλεκτίβα
κολλημένος
κολλώ
κολλώδης
κολοκύθα
κολοκυθάκι
κολοκύθι
Κολομβία
κολομβιανός
κόλπος
κολύμβηση
κολυμβητής
κολυμπώ
κολώνα
κομβόι
κομήτης
κόμικ
κόμμα
κομματάκι
κομμάτι
κόμμωση
κομμωτήριο
κομμωτής
κομοδίνο
κομουνισμός
κομουνιστής
κομουνιστικός
κομπίνα
κόμπος
κομψός
Κονγκό
κονιάκ
κονίαμα
κονσερβαρισμένος
κονσερβοποιημένος
κονσόλα παιχνιδιών
κοντά
κοντινός
κοντό κούρεμα
κοντομάνικο μπλουζάκι
κοντομάνικο ρούχο
κοντομάνικος
κοντός
κόντρα φιλέτο
κοντραμπάσο
κοντραπλακέ
κοντσέρτο
κοπάδι
κοπανάω
κοπέλα
κοπριά
κοράκι
κοράλι
Κοράνι
κορδέλα
κορδέλα για τα μαλλιά
κορδόνι
Κορέα
Κορεάτης
κορεατικά
κορεατικός
κόρη
κόρη ματιού
κορίτσι
κορμός
κόρνα
κορνέτα
κορνίζα
κορν-φλέικς
κοροϊδεύω
κορόιδο
κορυφαίος
κορυφή
Κος
κόσκινο
κόσμημα
κοσμήματα
κοσμηματοπωλείο
κοσμηματοπώλης
κόσμιος
κόσμος
Κόσοβο
Κόστα Ρίκα
κοστίζω
κόστος
κόστος ζωής
κοστούμι
κότα
κοτολέτα
κοτόπουλο
κοτσίδα
κοτσύφι
κουάκερ
κουαρτέτο
Κούβα
κουβανικός
Κουβανός
κουβάς
Κουβέιτ
κουβεϊτιανός
κουβεντιάζω
κουβεντούλα
κουβέρτα
κουδούνι πόρτας
κουδουνίζω
κουζίνα
κουζίνα γκαζιού
κουίζ
κουκέτα
κουκί
κουκκίδα
κούκλα
κούκος
κουκουβάγια
κουκούλα
κουκούτσι
κουλουράκι
κουλοχέρης
κουμπαράς
κουμπάρος
κουμπί
κουνάβι
κουνέλι
κούνια
κούνια μωρού
κουνιάδα
κουνιάδος
κουνιστή καρέκλα
κουνούπι
κουνουπίδι
κουνώ
κούπα
κουπί
κουπόνι δώρου
κουρασμένος
κουραστικός
κουρδίζω
κουρέας
κουρέλι
κούρεμα
κουρευτική μηχανή
κούρσα
κουρτίνα
κουτάβι
κουτάκι
κουτάλα
κουτάλι
κουτάλι γλυκού
κουτάλι κομπόστας
κουτάλι σούπας
κουταλιά
κουτί
κουτί ασφαλειών
κουτί κονσέρβας
κουτί πρώτων βοηθειών
κουτός
κουτσαίνω
κουτσομπολεύω
κουτσομπολιό
κουτσός
κούτσουρο
κούφιος
κουφός
κοφτερός
κόψιμο
κραγιόν
κραγιόνι
κραιπάλη
κρανίο
κράνος
κρασί
κρασί χύμα
Κράτη του Περσικού Κόλπου
κράτηση
κρατώ
κραυγάζω
κραυγαλέος
κραυγή
κρέας
κρέας ελαφιού
κρεατοελιά
κρεβάτι
κρεμ
κρέμα
κρέμα γάλακτος
κρέμα ξυρίσματος
κρεμαστή γέφυρα
κρεμάστρα
κρεματόριο
κρεμιέμαι
κρεμμύδι
κρεμώ
κριάρι
κριθάρι
κρίκετ
κρίνος
κρίνω
κρίνω εσφαλμένα
κριός
κρίση
κρίσιμος
κριτήριο
κριτική
κριτικός
Κροάτης
Κροατία
κροατικά
κροατικός
κροκόδιλος
κρόκος
κρόκος αβγού
κροταλίας
κρουαζιέρα
κρύβομαι
κρύβω
κρύο
κρύος
κρύσταλλο
κρυφά
κρυφός
κρυφτό
κρυώνω
κτήμα
κτηνίατρος
κτηνώδης
κτήριο
κτήση
κτύπημα
κυβέρνηση
κυβερνήτης
κυβερνώ
κυβικός
κύβος
κυκλική διασταύρωση
κυκλικό διάγραμμα
κυκλικός
κύκλος
κυκλοφορία
κύκλωμα
κυκλώνας
κύκνος
κύλινδρος
κυλιόμενη σκάλα
κυλώ
κύμα
κυμαίνομαι
κυματιστός
κύμβαλα
κύμινο
κυνάγχη
κυνηγετικό όπλο
κυνήγι
κυνηγός
κυνηγώ
κυπριακός
Κύπριος
Κύπρος
κυρία
κυριακή
κύριο πιάτο
κυριολεκτικά
κύριος
κυριότερος
κυρίως
κύστη
κύτος
κύτταρο
κώδικας
κώδικας Μορς
Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας
κωδικός κλήσης
κωδικός πρόσβασης
κώλυμα
κωλύω
κώμα
κωμικός
κωμωδία
κώνος
κωνοφόρο
κωπηλασία
κωπηλασία με κανό
κωπηλατώ

 


Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "Κ":
Κ → wiktionary
Κ → wikipedia
Κ → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/Κ

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ba
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"Κ," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017
"Κ"