κέιτερινγκ


κέιτερινγκ

keitering
furnizim me ushqim

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "κέιτερινγκ," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ba%ce%ad%ce%b9%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%b9%ce%bd%ce%b3%ce%ba.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *