καθόλου


καθόλου

aspak
ndopak π.χ (σου ελειψα καθόλου; – të mungova ndopak?) λιγάκι 😉 – pak

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "καθόλου," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ba%ce%b1%ce%b8%cf%8c%ce%bb%ce%bf%cf%85.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *