καταρτισμένος


καταρτισμένος

i trajnuar

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "καταρτισμένος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%cf%81%cf%84%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *