κνησμώδης


κνησμώδης

kruajtës
që të vjen për kruajtje

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "κνησμώδης," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ba%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%bc%cf%8e%ce%b4%ce%b7%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *