κοιμισμένος


κοιμισμένος

përgjumësh
në gjumë


Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "κοιμισμένος":
κοιμισμένος → wiktionary
κοιμισμένος → wikipedia
κοιμισμένος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/κοιμισμένος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ba%ce%bf%ce%b9%ce%bc%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"κοιμισμένος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *