κορόιδο


κορόιδο

leshko
person që bëhet objekt talljeje
qi që bie viktimë e të tjerëve

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "κορόιδο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%ba%ce%bf%cf%81%cf%8c%ce%b9%ce%b4%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *