λιβανέζικος


λιβανέζικος

(mbiem.)
libanez

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "λιβανέζικος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%bb%ce%b9%ce%b2%ce%b1%ce%bd%ce%ad%ce%b6%ce%b9%ce%ba%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *