μέταλλο


μέταλλο

metal
qartësia/ pastërtia e tonit të zërit π.χ (το μέταλλο της φωνής της- qartësia/ pastërtia e zërit të saj)

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "μέταλλο," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%bc%ce%ad%cf%84%ce%b1%ce%bb%ce%bb%ce%bf.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *