μαζί


μαζί

së bashku
bashkë
njëkohësisht
njëherazi π.χ (δεν σπουδάσαμε μαζί, εγώ μπήκα αργότερα στη σχολή – nuk studiuam njëkohësisht/ njëherazi, unë hyra më vonë në shkollë)

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "μαζί," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%bc%ce%b1%ce%b6%ce%af.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *