μεξικανικός


μεξικανικός

(mbiem.)
meksikan

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "μεξικανικός," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%bc%ce%b5%ce%be%ce%b9%ce%ba%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *