μεσόκοπος


μεσόκοπος

njeri me moshë mesatare, (diku rreth 50 vjeç)


Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "μεσόκοπος":
μεσόκοπος → wiktionary
μεσόκοπος → wikipedia
μεσόκοπος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/μεσόκοπος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%ce%bc%ce%b5%cf%83%cf%8c%ce%ba%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"μεσόκοπος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *