μεσόκοπος


μεσόκοπος

njeri me moshë mesatare, (diku rreth 50 vjeç)

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "μεσόκοπος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%bc%ce%b5%cf%83%cf%8c%ce%ba%ce%bf%cf%80%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *