μητρικός


μητρικός

prej nëne
amtar
e mitrës (sëmundjet)
mëmësor

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "μητρικός," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%ce%bc%ce%b7%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *