παραβιάζω


παραβιάζω

(folje)
dhunoj

përdor dhunë/ forcë për të hapur diçka apo të hyrë diku

shkel
cënoj
prish


Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "παραβιάζω":
παραβιάζω → Ελληνοπαίδεια
παραβιάζω → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/παραβιάζω

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b2%ce%b9%ce%ac%ce%b6%cf%89
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"παραβιάζω," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"παραβιάζω"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *