ρούχο


ρούχο

rrobë

leckë
pëlhurë


Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "ρούχο":
ρούχο → wiktionary
ρούχο → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/ρούχο

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%81%ce%bf%cf%8d%cf%87%ce%bf
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"ρούχο," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"ρούχο"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *