Το ψάρι, το ψάρεμα – Peshku, peshkimi

Το ψάρι, το ψάρεμα – Peshku, peshkimi
peshku-greqisht

η ψαραγορά, ιχθυαγορά treg peshku
το

το

ψαράδικο, ιχθυοπωλείο

ψαράδικο

dyqan peshku

anije peshkimi, peshkarexhë

ο ψαράς, ιχθυοπώλης peshkatar
το ψάρεμα peshkimi
η ψαρευτική, ψαρική peshkataria
ψαρεύω peshkoj

η ψαριά tufë peshqsh
η ψαρίλα erë peshku
η ψαρόβαρκα varkë peshkimi
το ψαροκάικο kaike peshkimi
το ψαροκόκαλο hala peshku
η ψαρόκολλα, ιχθυόκολλα xhelatinë peshku
το ψαρόλαδο, ιχθυέλαιο vaj peshku
το ψαρολίμανο liman peshkimi
ψαρομάλλης, ψαρός

ψαρογένης

me flokë gri (si ngjyra e peshkut)

me mjekër gri (si ngjyra e peshkut)

ο ψαρόμυαλος trupeshk, mendjelehtë
η ψαροπούλα varkë peshkimi, peshkatore
το ψαροπούλι bilbil uji (ushqehet me peshq)
η ψαρόσουπα supë peshku
η ψαροταβέρνα tavernë peshku
ο ψαρότοπος vend ku ka peshq (për peshkim)
ο ψαροντουφεκάς fuzhnjar
το ψαροντούφεκο fuzhnjë
η ψαροφαγία ngrënia e peshqve
ο ψαροφάγος peshkngrënës
το ιχθυάλευρο miell peshku
η ιχθυοδεξαμενή vaska peshku
ιχθυόεις plot me peshq
η ιχθυοκαλλιέργεια kultivimi i peshkut
η ιχθυολογία iktiologjia
ιχθυολογικός iktiologjik
ο ιχθυολόγος iktiolog
η ιχθυοπαραγωγή kultivimi i peshkut
ο ιχθυοπαραγωγός kultivues peshku
το ιχθυοτροφείο fermë peshku
η ιχθυοτροφία kulturë peshku
ο ιχθυοτρόφος kultivues peshku
η αλιεία peshkim
το αλίευμα të peshkuarat (të fitohen nga peshkimi)
ο αλιεύς, αλιευτής peshkatar
αλιευτικός peshkimi (mbiemër)
αλιεύω peshkoj
το στοκοφίσι peshk i tharë pa kriposje
ταριχεύω konservoj me kriposje apo tymosje
ξελεπίζω qëroj luspat
η κακκαβιά lloj supe me shumë peshq të vegjël
το λέπι luspë
το θαλάσσιο ψάρι peshq deti
το  λιμνίσιο ψάρι peshk liqeni
τα ποταμίσιο ψάρι peshk lumi
το δίχτυ rrjetë
το καλάμι kallam
το αγκίστρι grep
η καθετή fill me grep
το πεταχτάρι fill me plumbç
το δόλωμα karrem
η ορμιά fillospanjë
το βαρίδι plumbç
ο ψαροντουφεκάς - fuzhnjari

ο ψαροντουφεκάς – fuzhnjari

Ο ψαροντουφεκάς είναι αυτός που ψαρεύει με ψαροντούφεκο. Fuzhnjar është ai që peshkon me fuzhnjë.


Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "Το ψάρι, το ψάρεμα – Peshku, peshkimi":
Το ψάρι, το ψάρεμα – Peshku, peshkimi → wiktionary
Το ψάρι, το ψάρεμα – Peshku, peshkimi → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/Το ψάρι, το ψάρεμα – Peshku, peshkimi

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%84%ce%bf-%cf%88%ce%ac%cf%81%ce%b9-%cf%84%ce%bf-%cf%88%ce%ac%cf%81%ce%b5%ce%bc%ce%b1-peshku-peshkimi
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"Το ψάρι, το ψάρεμα – Peshku, peshkimi," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"Το ψάρι, το ψάρεμα – Peshku, peshkimi"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *