τρομαγμένος


τρομαγμένος

i tmerruar

i trembur/ i frikësuar

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "τρομαγμένος," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%84%cf%81%ce%bf%ce%bc%ce%b1%ce%b3%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *