υιοθετημένος


υιοθετημένος

(fëmijë) i adoptuar/ i birësuar


Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "υιοθετημένος":
υιοθετημένος → Ελληνοπαίδεια
υιοθετημένος → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/υιοθετημένος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%85%ce%b9%ce%bf%ce%b8%ce%b5%cf%84%ce%b7%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"υιοθετημένος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"υιοθετημένος"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *