φάουλ


φάουλ

( άκλιτο ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj. e palakueshme)

faull


Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φάουλ":
φάουλ → Ελληνοπαίδεια
φάουλ → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/φάουλ

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%ce%ac%ce%bf%cf%85%ce%bb
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φάουλ," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"φάουλ"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *