φαγώσιμος


φαγώσιμος

(επίθετο – mbiemër)

i ngrënshëm

 

ενικός
ονομαστική φαγώσιμος φαγώσιμη φαγώσιμο
γενική φαγώσιμου φαγώσιμης φαγώσιμου
αιτιατική φαγώσιμο φαγώσιμη φαγώσιμο
κλητική φαγώσιμε φαγώσιμη φαγώσιμο
πληθυντικός
ονομαστική φαγώσιμοι φαγώσιμες φαγώσιμα
γενική φαγώσιμων φαγώσιμων φαγώσιμων
αιτιατική φαγώσιμους φαγώσιμες φαγώσιμα
κλητική φαγώσιμοι φαγώσιμες φαγώσιμα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φαγώσιμος":
φαγώσιμος → wiktionary
φαγώσιμος → wikipedia
φαγώσιμος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/φαγώσιμος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%ce%b1%ce%b3%cf%8e%cf%83%ce%b9%ce%bc%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φαγώσιμος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *