φθινόπωρο


φθινόπωρο

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

vjeshtë

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το φθινόπωρο τα φθινόπωρα
γενική του φθινοπώρου / φθινόπωρου των φθινοπώρων / φθινόπωρων
αιτιατική το φθινόπωρο τα φθινόπωρα
κλητική φθινόπωρο φθινόπωρα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φθινόπωρο":
φθινόπωρο → wiktionary
φθινόπωρο → wikipedia
φθινόπωρο → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/φθινόπωρο

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%ce%b8%ce%b9%ce%bd%cf%8c%cf%80%cf%89%cf%81%ce%bf
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φθινόπωρο," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *