φθορίζων


φθορίζων

(επίθετο – mbiemër)

fluoreshent

 

ενικός
ονομαστική φθορίζων φθορίζουσα φθορίζον
γενική φθορίζοντος φθορίζουσας (φθοριζούσης) φθορίζοντος
αιτιατική φθορίζοντα φθορίζουσα φθορίζον
κλητική φθορίζων φθορίζουσα φθορίζον
πληθυντικός
ονομαστική φθορίζοντες φθορίζουσες φθορίζοντα
γενική φθοριζόντων φθοριζουσών φθοριζόντων
αιτιατική φθορίζοντες φθορίζουσες φθορίζοντα
κλητική φθορίζοντες φθορίζουσες φθορίζοντα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φθορίζων":
φθορίζων → wiktionary
φθορίζων → wikipedia
φθορίζων → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/φθορίζων

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%ce%b8%ce%bf%cf%81%ce%af%ce%b6%cf%89%ce%bd
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φθορίζων," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *