φλαμίνγκο


φλαμίνγκο

( άκλιτο ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj. e palakueshme)

flamingo


Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φλαμίνγκο":
φλαμίνγκο → Ελληνοπαίδεια
φλαμίνγκο → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/φλαμίνγκο

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%ce%bb%ce%b1%ce%bc%ce%af%ce%bd%ce%b3%ce%ba%ce%bf
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φλαμίνγκο," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"φλαμίνγκο"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *