φοιτητής


φοιτητής

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

student

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο φοιτητής οι φοιτητές
γενική του φοιτητή των φοιτητών
αιτιατική το φοιτητή τους φοιτητές
κλητική φοιτητή φοιτητές

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φοιτητής":
φοιτητής → wiktionary
φοιτητής → wikipedia
φοιτητής → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/φοιτητής

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%ce%bf%ce%b9%cf%84%ce%b7%cf%84%ce%ae%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φοιτητής," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *