φραντζόλα


φραντζόλα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

franxhollë

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η φραντζόλα οι φραντζόλες
γενική της φραντζόλας των φραντζολών
αιτιατική τη φραντζόλα τις φραντζόλες
κλητική φραντζόλα φραντζόλες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φραντζόλα":
φραντζόλα → wiktionary
φραντζόλα → wikipedia
φραντζόλα → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/φραντζόλα

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%cf%81%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%b6%cf%8c%ce%bb%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φραντζόλα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *