φροντίδα


φροντίδα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

kujdes

përkujdesje

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η φροντίδα οι φροντίδες
γενική της φροντίδας των φροντίδων
αιτιατική τη φροντίδα τις φροντίδες
κλητική φροντίδα φροντίδες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φροντίδα":
φροντίδα → wiktionary
φροντίδα → wikipedia
φροντίδα → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/φροντίδα

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%cf%81%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%af%ce%b4%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φροντίδα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *