φυλακισμένος


φυλακισμένος

(επίθετο – mbiemër)

i burgosur

 

ενικός
ονομαστική φυλακισμένος φυλακισμένη φυλακισμένο
γενική φυλακισμένου φυλακισμένης φυλακισμένου
αιτιατική φυλακισμένο φυλακισμένη φυλακισμένο
κλητική φυλακισμένε φυλακισμένη φυλακισμένο
πληθυντικός
ονομαστική φυλακισμένοι φυλακισμένες φυλακισμένα
γενική φυλακισμένων φυλακισμένων φυλακισμένων
αιτιατική φυλακισμένους φυλακισμένες φυλακισμένα
κλητική φυλακισμένοι φυλακισμένες φυλακισμένα

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φυλακισμένος":
φυλακισμένος → Ελληνοπαίδεια
φυλακισμένος → wikipedia
Cito
greqisht.shqipopedia.org/φυλακισμένος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%b1%ce%ba%ce%b9%cf%83%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φυλακισμένος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2018
"φυλακισμένος"

Related Post

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *