φυσική


φυσική

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

fizikë

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η φυσική
γενική της φυσικής
αιτιατική τη φυσική
κλητική φυσική

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φυσική":
φυσική → wiktionary
φυσική → wikipedia
φυσική → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/φυσική

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%ba%ce%ae
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φυσική," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *