φυσιοδίφης


φυσιοδίφης

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

natyralist

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο φυσιοδίφης οι φυσιοδίφες
γενική του φυσιοδίφη των φυσιοδιφών
αιτιατική το φυσιοδίφη τους φυσιοδίφες
κλητική φυσιοδίφη φυσιοδίφες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φυσιοδίφης":
φυσιοδίφης → wiktionary
φυσιοδίφης → wikipedia
φυσιοδίφης → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/φυσιοδίφης

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%bf%ce%b4%ce%af%cf%86%ce%b7%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φυσιοδίφης," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *