φυτό


φυτό

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)

bimë

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το φυτό τα φυτά
γενική του φυτού των φυτών
αιτιατική το φυτό τα φυτά
κλητική φυτό φυτά

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φυτό":
φυτό → wiktionary
φυτό → wikipedia
φυτό → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/φυτό

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%cf%85%cf%84%cf%8c
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φυτό," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *