φωτιά


φωτιά

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

zjarr

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η φωτιά οι φωτιές
γενική της φωτιάς των φωτιών
αιτιατική τη φωτιά τις φωτιές
κλητική φωτιά φωτιές

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φωτιά":
φωτιά → wiktionary
φωτιά → wikipedia
φωτιά → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/φωτιά

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%cf%89%cf%84%ce%b9%ce%ac
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φωτιά," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *