φωτογράφος


φωτογράφος

(ουσιαστικό αρσενικό ή θηλυκό- emër. gjin. mashk. ose fem.)

fotograf

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο / η φωτογράφος οι φωτογράφοι
γενική του / της φωτογράφου των φωτογράφων
αιτιατική το / τη φωτογράφο τους / τις φωτογράφους
κλητική φωτογράφε φωτογράφοι

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φωτογράφος":
φωτογράφος → wiktionary
φωτογράφος → wikipedia
φωτογράφος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/φωτογράφος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%cf%89%cf%84%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%ac%cf%86%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φωτογράφος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *