φόβος


φόβος

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

frikë

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο φόβος οι φόβοι
γενική του φόβου των φόβων
αιτιατική το φόβο τους φόβους
κλητική φόβε φόβοι

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φόβος":
φόβος → wiktionary
φόβος → wikipedia
φόβος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/φόβος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%cf%8c%ce%b2%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φόβος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *