φόνος


φόνος

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)

vrasje

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο φόνος οι φόνοι
γενική του φόνου των φόνων
αιτιατική το φόνο τους φόνους
κλητική φόνε φόνοι

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φόνος":
φόνος → wiktionary
φόνος → wikipedia
φόνος → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/φόνος

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%cf%8c%ce%bd%ce%bf%cf%82
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φόνος," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *