φύση


φύση

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)

natyrë

 

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η φύση οι φύσεις
γενική της φύσης / φύσεως των φύσεων
αιτιατική τη φύση τις φύσεις
κλητική φύση φύσεις

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "φύση":
φύση → wiktionary
φύση → wikipedia
φύση → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/φύση

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%86%cf%8d%cf%83%ce%b7
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"φύση," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *