χάμπουργκερ


χάμπουργκερ

( άκλιτο ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj. E palakueshme)
hamburger

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χάμπουργκερ," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%ac%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%b3%ce%ba%ce%b5%cf%81.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *