χάμστερ


χάμστερ

( άκλιτο ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj. e palakueshme)
hamster

Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χάμστερ," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%ac%ce%bc%cf%83%cf%84%ce%b5%cf%81.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *