χάμστερ


χάμστερ

( άκλιτο ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj. e palakueshme)
hamster


Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χάμστερ":
χάμστερ → wiktionary
χάμστερ → wikipedia
χάμστερ → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χάμστερ

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%ac%ce%bc%cf%83%cf%84%ce%b5%cf%81
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χάμστερ," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *