χάντρα


χάντρα

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)
rruazë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η χάντρα οι χάντρες
γενική της χάντρας των χαντρών
αιτιατική τη χάντρα τις χάντρες
κλητική χάντρα χάντρες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χάντρα," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%ac%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *