χάπι


χάπι

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)
hape
pilulë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χάπι τα χάπια
γενική του χαπιού των χαπιών
αιτιατική το χάπι τα χάπια
κλητική χάπι χάπια

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χάπι":
χάπι → wiktionary
χάπι → wikipedia
χάπι → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χάπι

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%ac%cf%80%ce%b9
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χάπι," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *