χάπι


χάπι

( ουδέτερο ουσιαστικό – emër. gjin. asnj.)
hape
pilulë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική το χάπι τα χάπια
γενική του χαπιού των χαπιών
αιτιατική το χάπι τα χάπια
κλητική χάπι χάπια
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χάπι," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%ac%cf%80%ce%b9.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *