χάρτης


χάρτης

( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.)
hartë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική ο χάρτης οι χάρτες
γενική του χάρτη των χαρτών
αιτιατική το(ν) χάρτη τους χάρτες
κλητική χάρτη χάρτες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χάρτης," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%ac%cf%81%cf%84%ce%b7%cf%82.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *