χήρα


χήρα

 

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)
e ve
vejushë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η χήρα οι χήρες
γενική της χήρας των χηρών
αιτιατική τη(ν) χήρα τις χήρες
κλητική χήρα χήρες

Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό → "χήρα":
χήρα → wiktionary
χήρα → wikipedia
χήρα → lexigram


Cito
greqisht.shqipopedia.org/χήρα

Lidhje - URL/LINK: http://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%ae%cf%81%ce%b1
Përkthim greqisht shqip – Μετάφραση Ελληνικά Αλβανικά
"χήρα," te Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό
__________________________________
§ Shqipopedia ©
2013 - 2017

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *