χήρα


χήρα

 

( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.)
e ve
vejushë

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η χήρα οι χήρες
γενική της χήρας των χηρών
αιτιατική τη(ν) χήρα τις χήρες
κλητική χήρα χήρες
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χήρα," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%ae%cf%81%ce%b1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *