χαλάρωση


χαλάρωση

(θηλυκό ουσιαστικό- emër. gjin. fem.)
çlodhje
pushim

qetësim

relaksim

lirim

ενικός πληθυντικός
ονομαστική η χαλάρωση οι χαλαρώσεις
γενική της χαλάρωσης & χαλαρώσεως των χαλαρώσεων
αιτιατική την χαλάρωση τις χαλαρώσεις
κλητική χαλάρωση χαλαρώσεις
Cite this article as: Fjalor Greqisht, "χαλάρωση," in Fjalor Greqisht Shqip | Ελληνοαλβανικό Λεξικό, , https://greqisht.shqipopedia.org/%cf%87%ce%b1%ce%bb%ce%ac%cf%81%cf%89%cf%83%ce%b7.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *